Το παιδικό ιχνογράφημα συχνά αντιμετωπίζεται ως μια απλή αυθόρμητη δραστηριότητα: ένα παιδί παίρνει ένα μολύβι, αφήνει ίχνη στο χαρτί και «εκφράζεται». Η σύγχρονη έρευνα, όμως, δείχνει ότι το παιδικό σχέδιο είναι ένα σύνθετο αναπτυξιακό φαινόμενο, στο οποίο συναντώνται η αντίληψη, η κίνηση, η μνήμη, η γλώσσα, το συναίσθημα και το κοινωνικό και πολιτισμικό του περιβάλλον (Fabris et al., 2023). Οι λιγότερο γνωστές πτυχές του δεν βρίσκονται μόνο στο «τι δείχνει» το σχέδιο, αλλά κυρίως στο πώς δημιουργείται, πώς αφηγείται κάτι και πώς μπορεί —ή δεν μπορεί— να ερμηνευθεί.
Ένα βασικό σημείο του παιδικού σχεδίου αποτελεί το γεγονός ότι δεν πρόκειται απλά και μόνο για ένα αισθητικό προϊόν, αλλά για μια πράξη οπτικοκινητικού συντονισμού. Για να σχεδιάσει ένα παιδί, χρειάζεται να οργανώσει την κίνηση του χεριού, να ελέγξει την πίεση, να συντονίσει μάτι και χέρι και να μετατρέψει μια εσωτερική αναπαράσταση σε ορατή μορφή. Σε μελέτη με παιδιά 5½ ετών, η αναπτυξιακή ποιότητα του σχεδίου ανθρώπινης φιγούρας συνδέθηκε με την οπτική αντίληψη, τον οπτικοκινητικό έλεγχο και τη γενικότερη κινητική επίδοση, γεγονός που δείχνει ότι το σχέδιο μπορεί να λειτουργήσει ως ήπιος δείκτης αναπτυξιακής ωρίμανσης, όχι όμως ως αυτόνομη διάγνωση (Tükel et al., 2019).
Μια δεύτερη πτυχή αφορά τη σχέση σχεδίου και γλώσσας. Το παιδί δεν σχεδιάζει μόνο «εικόνες», αλλά συχνά οργανώνει σκέψεις που αργότερα μπορεί να τις αφηγηθεί. Ο Toomela (2002) έδειξε ότι η σχεδιαστική δραστηριότητα σχετίζεται με λεκτικές, κινητικές και οπτικοχωρικές δεξιότητες. Αυτό σημαίνει ότι το σχέδιο μπορεί να γίνει γέφυρα ανάμεσα σε αυτό, το οποίο το παιδί γνωρίζει και σε αυτό, το οποίο μπορεί να πει. Για τον ειδικό, επομένως, η ερώτηση «πες μου για το σχέδιό σου» είναι συχνά πιο αξιόπιστη από μια βιαστική ερμηνεία του περιεχομένου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχέση σχεδίου και μνήμης. Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι, όταν τα παιδιά καλούνται να ζωγραφίσουν ένα γεγονός και ταυτόχρονα να το περιγράψουν, συχνά ανακαλούν περισσότερες πληροφορίες από ό,τι όταν απλώς το αφηγούνται λεκτικά (Butler et al., 1995). Το σχέδιο φαίνεται να λειτουργεί ως εξωτερικό στήριγμα μνήμης, επειδή επιτρέπει στο παιδί να οργανώσει οπτικά πρόσωπα, χώρους, αλληλουχίες και λεπτομέρειες. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σχέδιο είναι ακριβής αναπαράσταση της πραγματικότητας. Σε ευαίσθητα πλαίσια, όπως η διερεύνηση πιθανής κακοποίησης, τα σχέδια ανθρώπινης φιγούρας δεν αύξησαν τις ακριβείς πληροφορίες και, όταν ακολούθησαν τη λεκτική συνέντευξη, συνδέθηκαν με περισσότερα σφάλματα (Bruck, 2009).
Μια ακόμη λιγότερο γνωστή πλευρά είναι τα όρια της προβολικής ερμηνείας. Για δεκαετίες, το σχέδιο ανθρώπινης φιγούρας χρησιμοποιήθηκε ως ένδειξη νοημοσύνης ή συναισθηματικής κατάστασης. Νεότερα δεδομένα, όμως, δείχνουν ότι τέτοιες χρήσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Η μελέτη των Imuta et al. (2013) έδειξε ότι τα τεστ ανθρώπινης φιγούρας δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ως αξιόπιστο υποκατάστατο σταθμισμένων δοκιμασιών νοητικής αξιολόγησης. Αντίστοιχα, η συστηματική ανασκόπηση των Allen και Tussey (2012) κατέληξε ότι τα προβολικά σχέδια δεν μπορούν, από μόνα τους, να διακρίνουν με αξιοπιστία, αν ένα παιδί έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση.
Αυτό δεν μειώνει την αξία του παιδικού ιχνογραφήματος. Αντίθετα, την τοποθετεί σε πιο επιστημονικό πλαίσιο. Το οικογενειακό σχέδιο, για παράδειγμα, έχει μελετηθεί ως πιθανό εργαλείο κατανόησης αναπαραστάσεων προσκόλλησης. Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση έδειξε ότι μπορεί να προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες, όταν εφαρμόζεται με συγκεκριμένα συστήματα κωδικοποίησης, αλλά όχι ως αυθαίρετη ερμηνεία συμβόλων (Pace et al., 2022). Σε ελληνικό δείγμα 50 παιδιών 4–6 ετών, οι ταξινομήσεις από οικογενειακά σχέδια δεν συμφώνησαν με την αφηγηματική μέθοδο, ενώ οι συσχετίσεις με δυσκολίες συμπεριφοράς δεν παρέμειναν σημαντικές μετά τον έλεγχο δημογραφικών παραγόντων (Kallitsoglou et al., 2022). Επομένως, το οικογενειακό σχέδιο είναι χρήσιμο ως αφετηρία παρατήρησης και διαλόγου, αλλά πρέπει να συνεκτιμάται με την αφήγηση του παιδιού, την κλινική παρατήρηση και άλλες αναπτυξιακές πληροφορίες.
Σημαντική, τέλος, είναι και η διάσταση του πλαισίου. Το ίδιο σχέδιο μπορεί να αποκτά διαφορετικό νόημα ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, τις οδηγίες που δόθηκαν, τη σχέση με τον ενήλικα, το διαθέσιμο υλικό και τη συναισθηματική κατάσταση της στιγμής. Ένα μικρό σχέδιο, μια έντονη γραμμή ή η απουσία λεπτομερειών δεν αποτελούν από μόνα τους απόδειξη άγχους, φόβου ή παθολογίας. Αποκτούν νόημα μόνο, όταν συνεκτιμώνται με την αφήγηση του παιδιού, την αναπτυξιακή του πορεία και άλλες πληροφορίες από το οικογενειακό, σχολικό ή θεραπευτικό περιβάλλον.
Συμπερασματικά, το παιδικό ιχνογράφημα είναι πολύτιμο, όχι επειδή «αποκαλύπτει» άμεσα το παιδί, αλλά επειδή ανοίγει έναν χώρο παρατήρησης, διαλόγου και σχέσης. Η επιστημονικά υπεύθυνη χρήση του απαιτεί αναπτυξιακή γνώση, προσοχή στο πλαίσιο, αποφυγή υπερερμηνειών και συνδυασμό με άλλες κλινικές ή παιδαγωγικές πληροφορίες. Το σχέδιο δεν είναι διάγνωση· είναι μια γλώσσα που χρειάζεται να ακούγεται με σεβασμό.
Βασιλική Καλαφάτη,
Εικαστικός
Κέντρο Ημέρας Παιδιών και Εφήβων Podilato της [Ε.Ν.Α.]
Βιβλιογραφία
Allen, B., & Tussey, C. (2012). Can projective drawings detect if a child experienced sexual or physical abuse? A systematic review of the controlled research. Trauma, Violence, & Abuse, 13(2), 97–111. https://doi.org/10.1177/1524838012440339
Bruck, M. (2009). Human figure drawings and children’s recall of touching. Journal of Experimental Psychology: Applied, 15(4), 361–374. https://doi.org/10.1037/a0017120
Butler, S., Gross, J., & Hayne, H. (1995). The effect of drawing on memory performance in young children. Developmental Psychology, 31(4), 597–608. https://doi.org/10.1037/0012-1649.31.4.597
Fabris, M. A., Lange-Küttner, C., Shiakou, M., & Longobardi, C. (2023). Editorial: Children’s drawings: Evidence-based research and practice. Frontiers in Psychology, 14, Article 1250556. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2023.1250556
Imuta, K., Scarf, D., Pharo, H., & Hayne, H. (2013). Drawing a close to the use of human figure drawings as a projective measure of intelligence. PLOS ONE, 8(3), Article e58991. https://doi.org/10.1371/journal.pone.0058991
Kallitsoglou, A., Repana, V., & Shiakou, M. (2022). Children’s family drawings: Association with attachment representations in story stem narratives and social and emotional difficulties. Early Child Development and Care, 192(8), 1337–1348. https://doi.org/10.1080/03004430.2021.1877284
Pace, C. S., Muzi, S., Madera, F., Sansò, A., & Zavattini, G. C. (2022). Can the family drawing be a useful tool for assessing attachment representations in children? A systematic review and meta-analysis. Attachment & Human Development, 24(4), 477–502. https://doi.org/10.1080/14616734.2021.1991664
Toomela, A. (2002). Drawing as a verbally mediated activity: A study of relationships between verbal, motor, and visuospatial skills and drawing in children. International Journal of Behavioral Development, 26(3), 234–247. https://doi.org/10.1080/01650250143000021
Tükel, Ş., Eliasson, A. C., Böhm, B., & Smedler, A. C. (2019). Simple categorization of human figure drawings at 5 years of age as an indicator of developmental delay. Developmental Neurorehabilitation, 22(7), 479–486. https://doi.org/10.1080/17518423.2018.1532969

