Κρίσεις πανικού σε παιδιά και εφήβους: Όταν ο φόβος γίνεται έντονος

Οι κρίσεις πανικού μπορεί να εμφανιστούν και στην παιδική και εφηβική ηλικία, αν και συχνότερα παρατηρούνται κατά την εφηβεία. Πρόκειται για επεισόδια έντονου φόβου ή δυσφορίας που εμφανίζονται αιφνίδια και συνοδεύονται από έντονες σωματικές και ψυχολογικές αντιδράσεις. Μια μεμονωμένη κρίση πανικού δε σημαίνει απαραίτητα ότι ένα παιδί πάσχει από διαταραχή πανικού. Η διαταραχή πανικού αφορά επαναλαμβανόμενες, συχνά απρόσμενες κρίσεις και επίμονη ανησυχία ή αλλαγές στη συμπεριφορά εξαιτίας του φόβου μιας νέας κρίσης (Pincus et al.,2010).


Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης μπορεί να εμφανιστούν ταχυκαρδία ή έντονοι καρδιακοί παλμοί, δύσπνοια ή αίσθημα πνιγμού, τρέμουλο, εφίδρωση, ζάλη, ναυτία ή κοιλιακή δυσφορία, αίσθημα αποπραγματοποίησης και έντονος φόβος ότι «κάτι κακό θα συμβεί», ότι θα χάσει τον έλεγχο ή ακόμη και ότι θα πεθάνει. Στα μικρότερα παιδιά η εμπειρία μπορεί να εκφράζεται περισσότερο μέσα από σωματικά ενοχλήματα ή ανάγκη αναζήτησης ασφάλειας, ενώ στους εφήβους μπορεί να συνοδεύεται από πιο έντονες καταστροφικές σκέψεις (Kearney, 2005; Pincus et al., 2010).


Οι κρίσεις πανικού μπορεί να συνυπάρχουν με άλλες αγχώδεις διαταραχές, όπως η κοινωνική και η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, η ειδική φοβία, η αγοραφοβία και το άγχος αποχωρισμού. Παράλληλα, έχει παρατηρηθεί σημαντική συννοσηρότητα με καταθλιπτικές διαταραχές (Essau et al., 1999; Doerfler et al., 2007). Η παρουσία επαναλαμβανόμενων κρίσεων μπορεί επίσης να οδηγήσει σε αποφυγή σχολείου, κοινωνικών δραστηριοτήτων ή χώρων όπου το παιδί φοβάται ότι θα ξαναπάθει κρίση. Επομένως, η έγκαιρη αναγνώριση είναι σημαντική, καθώς οι κρίσεις πανικού στην εφηβεία έχουν συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο μεταγενέστερων συναισθηματικών δυσκολιών (Asselmann et al., 2014).


Η εμφάνιση κρίσεων πανικού δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Η αυξημένη ευαισθησία στο άγχος, η αρνητική συναισθηματικότητα, προηγούμενες αγχώδεις ή καταθλιπτικές δυσκολίες, καθώς και ορισμένοι οικογενειακοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να αυξήσουν την ευαλωτότητα (Hayward et al., 2000; Warner & Strawn, 2023).

Αντίθετα, ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, η καλή επικοινωνία, η σταθερότητα, οι θετικές σχέσεις με συνομηλίκους και η δυνατότητα του παιδιού να αναπτύξει αποτελεσματικούς τρόπους διαχείρισης του άγχους λειτουργούν προστατευτικά. Η κοινωνική υποστήριξη και η καλή οικογενειακή λειτουργικότητα έχουν συνδεθεί με χαμηλότερα επίπεδα άγχους στα παιδιά και τους εφήβους (Van Schoors et al., 2023).


Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT) αποτελεί βασική θεραπευτική προσέγγιση. Μέσα από την ψυχοθεραπεία, το παιδί ή ο έφηβος μαθαίνει να αναγνωρίζει τις σκέψεις που ενισχύουν τον φόβο, να κατανοεί διαφορετικά τις σωματικές αισθήσεις και να αντιμετωπίζει σταδιακά τις καταστάσεις που αποφεύγει. Ειδικά για τους εφήβους, μελέτες έχουν δείξει θετικά αποτελέσματα από εξειδικευμένα πρωτόκολλα CBT για τη διαταραχή πανικού (Pincus et al., 2010).

Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί και φαρμακευτική αγωγή από παιδοψυχίατρο, ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα είναι έντονα ή συνυπάρχουν άλλες διαταραχές. Η επιλογή θεραπείας χρειάζεται να γίνεται εξατομικευμένα και μετά από ολοκληρωμένη αξιολόγηση. Συνολικά, η έγκαιρη παρέμβαση, η συνεργασία με την οικογένεια και η σταθερή υποστήριξη του παιδιού μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στη μείωση των κρίσεων και στην αποκατάσταση της καθημερινής λειτουργικότητας (Rabasco et al., 2022; Wergeland et al., 2021).

Γρηγοριάδου Μαρία,

Ψυχολόγος

Κέντρο Ημέρας Παιδιών και Εφήβων Podilato της [Ε.Ν.Α.]

Βιβλιογραφία

Asselmann, E., Wittchen, H.-U., Lieb, R., Höfler, M., & Beesdo-Baum, K. (2014). Associations of fearful spells and panic attacks with incident anxiety, depressive, and substance use disorders: A 10-year prospective-longitudinal community study of adolescents and young adults. Journal of Psychiatric Research, 55, 61–69. https://doi.org/10.1016/j.jpsychires.2014.04.001

Doerfler, L. A., Connor, D. F., & Volungis, A. M. (2007). Panic disorder in clinically referred children and adolescents. Journal of Child and Family Studies, 16, 497–507. https://doi.org/10.1007/s10578-006-0042-5

Essau, C. A., Conradt, J., & Petermann, F. (1999). Frequency of panic attacks and panic disorder in adolescents. Depression and Anxiety, 9(1), 19–26.

Hayward, C., Killen, J. D., Kraemer, H. C., & Taylor, C. B. (2000). Predictors of panic attacks in adolescents. Journal of the American Academy of Child & Adolescent Psychiatry, 39(2), 207–214. https://doi.org/10.1097/00004583-200002000-00021

Pincus, D. B., Ehrenreich May, J., Whitton, S. W., Mattis, S. G., & Barlow, D. H. (2010). Cognitive-behavioral treatment of panic disorder in adolescence. Journal of Clinical Child & Adolescent Psychology, 39(5), 638–649. https://doi.org/10.1080/15374416.2010.501288

Rabasco, A., et al. (2022). Psychosocial treatment for panic disorder: An umbrella review of systematic reviews and meta-analyses. Journal of Anxiety Disorders, 85, 102482. https://doi.org/10.1016/j.janxdis.2022.102482

Van Schoors, M., Van Lierde, E., Steeman, M., Verhofstadt, L., & Lemmens, G. (2023). Protective factors enhancing resilience in children of parents with a mental illness: A systematic review. Frontiers in Psychology, 14, 1243784. https://doi.org/10.3389/fpsyg.2023.1243784

Warner, E. N., & Strawn, J. R. (2023). Risk factors for pediatric anxiety disorders. Child and Adolescent Psychiatric Clinics of North America, 32(3), 485–510. https://doi.org/10.1016/j.chc.2022.10.001

Wergeland, G. J. H., Riise, E. N., & Öst, L.-G. (2021). Cognitive behavior therapy for internalizing disorders in children and adolescents in routine clinical care: A systematic review and meta-analysis. Clinical Psychology Review, 83, 101918. https://doi.org/10.1016/j.cpr.2020.101918