Ιδεασμός και πράξις σε παιδιά με διαταραχή αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ): σύνδεση με τη γλωσσική επεξεργασία και τη φαντασία

Ο ιδεασμός και η πράξις αποτελούν βασικές συνιστώσες της πράξης (praxis), οι οποίες σχετίζονται με τη σύλληψη, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση στοχοκατευθυνόμενων ενεργειών. Σε παιδιά με Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) παρατηρούνται σημαντικές δυσκολίες στον ιδεασμό, οι οποίες επηρεάζουν όχι μόνο τη λειτουργική συμπεριφορά αλλά και τη γλωσσική κατανόηση, ιδιαίτερα σε αφηρημένα σχήματα λόγου. Το παρόν άρθρο εξετάζει τη σχέση μεταξύ ιδεασμού, φαντασίας και γλωσσικής επεξεργασίας, αναδεικνύοντας τη σημασία των ελεύθερων δραστηριοτήτων και της διαθεματικής παρέμβασης παιδαγωγικής και εργοθεραπείας. Η διεθνής βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι η ενίσχυση της συμβολικής σκέψης και της δημιουργικότητας συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτίωση της επικοινωνίας και της λειτουργικότητας.

Ο ιδεασμός αποτελεί το πρώτο στάδιο της πράξης και αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να συλλαμβάνει ιδέες για δράση και να χρησιμοποιεί αντικείμενα με ευέλικτο και λειτουργικό τρόπο (Ayres, 1985). Στο πλαίσιο της Διαταραχής Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), η ικανότητα αυτή εμφανίζεται συχνά περιορισμένη, γεγονός που οδηγεί σε επαναλαμβανόμενες και στερεοτυπικές συμπεριφορές, καθώς και σε μειωμένη ποικιλία δράσεων (Dziuk et al., 2007). Η δυσκολία στον ιδεασμό δεν αφορά αποκλειστικά τη κινητική οργάνωση, αλλά επεκτείνεται στη συμβολική σκέψη, τη φαντασία και τη δυνατότητα δημιουργίας νέων νοητικών αναπαραστάσεων.

Κλινικά δεδομένα δείχνουν ότι πολλά παιδιά με ΔΑΦ, ενώ διαθέτουν επιμέρους γνώσεις ή δεξιότητες, δυσκολεύονται να τις συνδυάσουν σε ένα οργανωμένο και στοχοκατευθυνόμενο σύνολο. Η δυσκολία αυτή αντανακλά ελλείμματα στον σχεδιασμό της πράξης και έχει συσχετιστεί με διαφοροποιήσεις στη λειτουργία νευρωνικών δικτύων που περιλαμβάνουν τον βρεγματικό και τον προμετωπιαίο φλοιό (Mostofsky & Ewen, 2011). Οι περιοχές αυτές διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην οργάνωση της δράσης, στη λήψη αποφάσεων και στη γνωστική ευελιξία.

Η περιορισμένη φαντασία αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό των παιδιών στο φάσμα και έχει περιγραφεί στο πλαίσιο της θεωρίας της «αδύναμης κεντρικής συνοχής», σύμφωνα με την οποία τα άτομα με ΔΑΦ τείνουν να εστιάζουν σε επιμέρους λεπτομέρειες εις βάρος της ολικής επεξεργασίας (Frith, 2003). Η τάση αυτή επηρεάζει τη δημιουργική σκέψη, τη συμβολική λειτουργία και τη δυνατότητα κατανόησης σύνθετων εννοιών.

Από γλωσσική και παιδαγωγική σκοπιά, οι δυσκολίες στον ιδεασμό και τη φαντασία επηρεάζουν σημαντικά την κατανόηση μη κυριολεκτικής γλώσσας, όπως οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις. Η κατανόηση τέτοιων σχημάτων λόγου προϋποθέτει την ικανότητα δημιουργίας νοητικών συνδέσεων μεταξύ διαφορετικών εννοιών και την ευελιξία στη σκέψη (Happé, 1993). Τα παιδιά με ΔΑΦ συχνά ερμηνεύουν τον λόγο κυριολεκτικά, γεγονός που δυσχεραίνει την επικοινωνία και την κατανόηση κοινωνικών συμφραζομένων.

Η εργοθεραπευτική παρέμβαση στοχεύει στην ενίσχυση της πράξης μέσω δραστηριοτήτων που προάγουν την εξερεύνηση, τη δημιουργικότητα και τη συμβολική χρήση αντικειμένων. Οι ελεύθερες δραστηριότητες, όπως το παιχνίδι ρόλων, οι κατασκευές και οι αισθητηριακές εμπειρίες, ενισχύουν την ικανότητα παραγωγής και οργάνωσης ιδεών (Case-Smith et al., 2015). Η χρήση στρατηγικών καθοδήγησης (scaffolding) επιτρέπει τη σταδιακή μετάβαση από τη μίμηση στη δημιουργική και αυθόρμητη δράση.

Παράλληλα, η παιδαγωγική παρέμβαση συμβάλλει στην ενίσχυση της φαντασίας και της γλωσσικής κατανόησης μέσω αφηγηματικών δραστηριοτήτων, ιστοριών και δημιουργικής έκφρασης. Η συστηματική εξάσκηση σε σχήματα λόγου, σε συνδυασμό με οπτικοποιημένα και βιωματικά παραδείγματα, μπορεί να βελτιώσει την κατανόηση της μεταφοράς και να ενισχύσει τη συμβολική σκέψη.

Η διαθεματική προσέγγιση που συνδυάζει εργοθεραπεία και παιδαγωγική αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς ενσωματώνει κινητικές, γνωστικές και γλωσσικές διεργασίες σε ένα ενιαίο πλαίσιο παρέμβασης. Έρευνες υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις που ενσωματώνουν αισθητηριακά και γνωστικά στοιχεία ενισχύουν τη συνολική ανάπτυξη και τη λειτουργική επικοινωνία των παιδιών με ΔΑΦ (Baranek, 2002).

Συμπερασματικά, ο ιδεασμός αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ανάπτυξη της πράξης, της φαντασίας και της γλωσσικής επεξεργασίας. Η ενίσχυση της δημιουργικής σκέψης μέσω κατάλληλων παρεμβάσεων μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση της λειτουργικότητας και της επικοινωνίας των παιδιών με ΔΑΦ. Η ολιστική και διαθεματική προσέγγιση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική υποστήριξη αυτών των παιδιών.

Δήμητρα Παπάζογλου,

Φιλόλογος – Βοηθός Εργοθεραπείας

Κέντρο Ημέρας Παιδιών και Εφήβων Podilato της [Ε.Ν.Α.]

Βιβλιογραφία

Ayres, A. J. (1985). Developmental dyspraxia and adult-onset apraxia. American Journal of Occupational Therapy, 39(11), 753–760. https://doi.org/10.5014/ajot.39.11.753

Baranek, G. T. (2002). Efficacy of sensory and motor interventions for children with autism. Journal of Autism and Developmental Disorders, 32(5), 397–422. https://doi.org/10.1023/A:1020541906063

Case-Smith, J., Frolek Clark, G. J., & Schlabach, T. L. (2015). Systematic review of interventions for children with autism spectrum disorder. American Journal of Occupational Therapy, 67(2), 133–140. https://doi.org/10.5014/ajot.2013.008706

Dziuk, M. A., Gidley Larson, J. C., Apostu, A., Mahone, E. M., Denckla, M. B., & Mostofsky, S. H. (2007). Dyspraxia in autism. Journal of Autism and Developmental Disorders, 37(4), 734–745. https://doi.org/10.1007/s10803-006-0230-0

Frith, U. (2003). Autism: Explaining the enigma (2nd ed.). Blackwell.

Happé, F. G. E. (1993). Communicative competence and theory of mind in autism. Cognition, 48(2), 101–119. https://doi.org/10.1016/0010-0277(93)90026-R

Mostofsky, S. H., & Ewen, J. B. (2011). Altered connectivity and action model formation in autism. The Neuroscientist, 17(4), 437–448. https://doi.org/10.1177/1073858410392381