Η γονεϊκότητα δεν είναι απλώς ένας κοινωνικός ρόλος. Είναι μια καθημερινή σχέση ευθύνης, φροντίδας και συναισθηματικής σύνδεσης, που επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί θα γνωρίσει τον κόσμο και τον εαυτό του. Από τις πρώτες λέξεις μέχρι τις πρώτες απογοητεύσεις, οι γονείς λειτουργούν ως το βασικό σημείο αναφοράς για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και της συναισθηματικής ζωής του παιδιού.
Όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία, οι γονείς αλληλεπιδρούν καθημερινά με τα παιδιά τους μέσα από απλές αλλά και πιο σύνθετες καταστάσεις: ένα βλέμμα επιβράβευσης, μια παρατήρηση, μια αγκαλιά, ένας καβγάς ή μια στιγμή συζήτησης. Αυτές οι μικρές καθημερινές «συναλλαγές» δεν είναι ασήμαντες, αλλά αντίθετα, επηρεάζουν ουσιαστικά την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών και τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουν να σχετίζονται με τους άλλους (Baumrind, 1991).
Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού. Μέσα σε αυτήν μαθαίνει τι σημαίνει αποδοχή, όρια, επικοινωνία και ασφάλεια. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς μεγαλώνουν τα παιδιά τους δεν διαμορφώνεται τυχαία. Επηρεάζεται από τις προσωπικές τους εμπειρίες, τις πεποιθήσεις τους για την ανατροφή, το μορφωτικό και κοινωνικοοικονομικό τους υπόβαθρο, αλλά και από την προσωπικότητα του ίδιου του παιδιού. Ακόμη και η κάθε περίσταση μπορεί να επηρεάσει διαφορετικά τη γονεϊκή συμπεριφορά.
Η επιστήμη της ψυχολογίας έχει καταγράψει ορισμένους βασικούς τύπους γονεϊκότητας. Οι κατηγορίες αυτές δεν έχουν στόχο να χαρακτηρίσουν ή να ενοχοποιήσουν τους γονείς, αλλά να βοηθήσουν στην κατανόηση των διαφορετικών τρόπων ανατροφής και των επιδράσεών τους. Ο πρώτος τύπος είναι ο αυταρχικός γονέας. Πρόκειται για τον γονέα που δίνει μεγάλη έμφαση στην πειθαρχία, στους κανόνες και στην υπακοή. Συνήθως οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς διάλογο και το παιδί καλείται να συμμορφωθεί χωρίς πολλές εξηγήσεις. Παρότι η στάση αυτή μπορεί να δημιουργεί ένα οργανωμένο πλαίσιο, συχνά περιορίζει την ελεύθερη έκφραση του παιδιού και συνδέεται με αυξημένο άγχος και χαμηλότερη αυτοεκτίμηση (Santrock, 2018).
Αντίθετα, ο επιτρεπτικός γονέας χαρακτηρίζεται από μεγάλη συναισθηματική ζεστασιά αλλά περιορισμένα όρια. Οι γονείς αυτοί επιθυμούν να είναι κοντά στα παιδιά τους και αποφεύγουν τις συγκρούσεις ή την αυστηρότητα. Παρότι το παιδί μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον αποδοχής, η έλλειψη σταθερών κανόνων μπορεί να δυσκολέψει την ανάπτυξη υπευθυνότητας και αυτοπειθαρχίας (Maccoby & Martin, 1983).
Ένας ακόμη τύπος είναι ο αδιάφορος ή αποστασιοποιημένος γονέας. Σε αυτή την περίπτωση, η επικοινωνία και η συναισθηματική εμπλοκή με το παιδί είναι περιορισμένες. Το παιδί μπορεί να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες, όμως συχνά στερείται ουσιαστικής παρουσίας και συναισθηματικής υποστήριξης. Οι έρευνες δείχνουν ότι αυτή η μορφή γονεϊκότητας μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη συναισθηματική ανάπτυξη και τις διαπροσωπικές σχέσεις του παιδιού (Berk, 2020).
Ο τύπος γονεϊκότητας που θεωρείται περισσότερο λειτουργικός είναι ο δημοκρατικός γονέας. Ο γονέας αυτός συνδυάζει τη στοργή με τη συνέπεια και τα σαφή όρια. Επικοινωνεί με το παιδί, ακούει τις ανάγκες του, εξηγεί τους κανόνες και ενθαρρύνει τον διάλογο χωρίς να χάνει τον καθοδηγητικό του ρόλο. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, τα παιδιά έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν αυτονομία, υπευθυνότητα και κοινωνικές δεξιότητες (Baumrind, 1991).
Στη σύγχρονη εποχή, η γονεϊκότητα γίνεται ολοένα και πιο απαιτητική. Οι γρήγοροι ρυθμοί ζωής, η εργασιακή πίεση και οι κοινωνικές αλλαγές συχνά δυσκολεύουν τους γονείς να διατηρήσουν ισορροπία ανάμεσα στις υποχρεώσεις και στη συναισθηματική παρουσία προς τα παιδιά τους. Παρ’ όλα αυτά, η ουσία της γονεϊκότητας δεν βρίσκεται στην τελειότητα. Δεν υπάρχουν «τέλειοι γονείς», αλλά γονείς που προσπαθούν καθημερινά να ακούσουν, να κατανοήσουν και να στηρίξουν τα παιδιά τους.
Ίσως τελικά αυτό που χρειάζεται περισσότερο ένα παιδί δεν είναι ένας αλάνθαστος γονέας, αλλά ένας γονέας διαθέσιμος, κάποιος που θα του προσφέρει σταθερότητα, ασφάλεια και χώρο να εξελιχθεί. Γιατί κάθε παιδί μεγαλώνει όχι μόνο μέσα από όσα του λέμε, αλλά κυρίως μέσα από τον τρόπο με τον οποίο το κάνουμε να αισθάνεται.
Ειρήνη Ταρασίδου,
Ψυχολόγος,
Emotion- Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων Ημαθίας
Προτεινόμενη Βιβλιογραφία
Baumrind, D. (1991). The influence of parenting style on adolescent competence and substance use. Journal of Early Adolescence, 11(1), 56–95. https://doi.org/10.1177/0272431691111004
Berk, L. E. (2020). Development through the lifespan (7th ed.). Pearson.
Maccoby, E. E., & Martin, J. A. (1983). Socialization in the context of the family: Parent-child interaction. In P. H. Mussen (Ed.), Handbook of child psychology (Vol. 4, pp. 1–101). Wiley.
Santrock, J. W. (2018). Life-span development (17th ed.). McGraw-Hill Education.

