Μέσα κοινωνικής δικτύωσης: τι κερδίζουμε, τι ρισκάρουμε

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι πια απλώς ένας τρόπος να μιλάμε με φίλους. Είναι το μέρος όπου ενημερωνόμαστε, ψωνίζουμε, δουλεύουμε και περνάμε μεγάλο μέρος της μέρας μας. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτουν οι Schuster και Lazar (2025), ο μέσος χρήστης του διαδικτύου είναι online πάνω από έξι ώρες τη μέρα, από τις οποίες περίπου δυόμισι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτή η καθημερινή παρουσία φέρνει οφέλη, αλλά και κινδύνους που συχνά δεν βλέπουμε. Σε αυτό το άρθρο εξετάζουμε τρία ερωτήματα: πώς είναι σχεδιασμένες οι πλατφόρμες, τι σημαίνει αυτό για την ψυχική μας υγεία, και πώς εκτίθενται τα προσωπικά μας δεδομένα. 

    Οι περισσότερες πλατφόρμες είναι δωρεάν, γιατί δεν πληρώνουμε με χρήματα αλλά με την προσοχή μας. Όσο περισσότερο μένουμε, τόσες περισσότερες διαφημίσεις βλέπουμε και τόσα περισσότερα δεδομένα συλλέγονται για εμάς. Οι Schuster και Lazar (2025) εξηγούν ότι γι’ αυτό οι πλατφόρμες έχουν ισχυρό κίνητρο να βελτιστοποιούν για «εμπλοκή»: κλικ, likes, χρόνο θέασης. Το εργαλείο για αυτό το σκοπό είναι οι αλγόριθμοι προτάσεων, που αποφασίζουν τι βλέπει ο καθένας μας στη ροή του. Αντί να βλέπουμε μόνο όσους ακολουθούμε, βλέπουμε οτιδήποτε ο αλγόριθμος προβλέπει ότι θα μας κρατήσει. Η Liang (2022), μελετώντας το Douyin (την κινεζική εκδοχή του TikTok), δείχνει πώς οι αλγόριθμοι και τα δεδομένα πλέον καθορίζουν όχι μόνο τη διανομή αλλά και την παραγωγή του περιεχομένου. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό που μας «κρατάει» δεν είναι πάντα αυτό που μας κάνει καλό. Περιεχόμενο που προκαλεί θυμό ή ηθική αγανάκτηση συχνά παίρνει περισσότερη εμπλοκή, οπότε ο αλγόριθμος τείνει να το προωθεί (Schuster & Lazar, 2025). Οι συγγραφείς προειδοποιούν επίσης ότι, όσο αφήνουμε τον αλγόριθμο να διαλέγει για εμάς, μπορεί να χάνουμε σταδιακά την ικανότητα να αποφασίζουμε μόνοι μας πού αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας.

     Περίπου ένας στους δέκα ανθρώπους παγκοσμίως εμφανίζει εθισμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σύμφωνα με την ανασκόπηση των Mujica et al. (2022). Οι ερευνητές τον περιγράφουν ως συμπεριφορικό εθισμό, με τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά που βλέπουμε και σε άλλους εθισμούς, όπου η χρήση γίνεται κέντρο της καθημερινότητας και μέσο για να αλλάξει η διάθεση και χρειάζεται όλο και περισσότερος χρόνος για το ίδιο αποτέλεσμα, ενώ παράλληλα η έλλειψη πρόσβασης φέρνει εκνευρισμό. Συχνά προκαλεί συγκρούσεις με άλλες υποχρεώσεις, ενώ οι προσπάθειες περιορισμού της αποτυγχάνουν. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτό δεν είναι τυχαίο. Οι εταιρείες σχεδιάζουν σκόπιμα τη διεπαφή ώστε να κρατά την προσοχή μας (π.χ. ατελείωτη ροή, ειδοποιήσεις) και εξατομικεύουν το περιεχόμενο ώστε να είναι όσο πιο ελκυστικό γίνεται. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος, στον οποίο η προσοχή φέρνει μια μικρή «ανταμοιβή» στον εγκέφαλο, που μας ωθεί να ψάξουμε την επόμενη. Απότοκος αυτού του φαύλου κύκλου αποτελούν τα  καταθλιπτικά συμπτώματα, το αυξημένο άγχος, η μειωμένη αίσθηση ευεξίας και η δυσκολία συγκέντρωσης.

     Δεν έχει σημασία μόνο πόσο χρόνο περνάμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και πώς τα χρησιμοποιούμε. Μια ισπανική μελέτη σε 632 εφήβους 12–17 ετών (Brand et al., 2024) έδειξε ότι η πιθανότητα ψυχοκοινωνικών δυσκολιών ήταν 28,9% σε όσους είχαν έντονα εθιστική συμπεριφορά, έναντι μόλις 6,8% σε όσους είχαν χαμηλή. Η συχνή χρήση Instagram, TikTok, Snapchat και Facebook συνδέθηκε επίσης με αυξημένη πιθανότητα προβλημάτων. Μια πιο πρόσφατη μελέτη σε 398 εφήβους 14–18 ετών (Kaya, 2025) εστιάζει στο doomscrolling, δηλαδή την ατελείωτη κύλιση σε αρνητικές ή αγχωτικές ειδήσεις. Η έρευνα εξετάζει αν αυτή η συνήθεια, μαζί με την ψυχολογική προσαρμογή του εφήβου, εξηγεί γιατί η προβληματική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συνδέεται με ψυχολογική δυσφορία. Χρειάζεται όμως μια σημαντική επιφύλαξη. Οι μελέτες αυτές δείχνουν συσχέτιση, όχι αιτιότητα, επομένως δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα αν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκαλούν τις δυσκολίες ή αν οι έφηβοι που ήδη δυσκολεύονται τα χρησιμοποιούν περισσότερο. Πιθανότατα ισχύουν και τα δύο, και γι’ αυτό η εικόνα αξίζει προσοχή χωρίς πανικό.

     Κάθε ανάρτηση, φωτογραφία και «check-in» αφήνει ένα ψηφιακό αποτύπωμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον μας. Ο ίδιος μηχανισμός που συλλέγει δεδομένα για να μας δείχνει διαφημίσεις σημαίνει ότι οι πλατφόρμες γνωρίζουν πολλά για εμάς, και ότι πολλά από αυτά είναι ορατά και σε τρίτους. Ο πιο συχνός κίνδυνος για τον μέσο χρήστη είναι το phishing, δηλαδή ψεύτικα μηνύματα ή σύνδεσμοι που μιμούνται γνωστές υπηρεσίες για να κλέψουν κωδικούς. Ένας κλεμμένος λογαριασμός μπορεί στη συνέχεια να χρησιμοποιηθεί για να σταλούν απάτες στις επαφές μας με το όνομά μας, ενώ ψεύτικα προφίλ συχνά χτίζουν εμπιστοσύνη για να ζητήσουν χρήματα ή προσωπικά στοιχεία. Τέλος, η υπερβολική κοινοποίηση, όπως γενέθλια, διεύθυνση ή ημερομηνίες διακοπών, βοηθά όποιον θέλει να μαντέψει κωδικούς ή να μας στοχεύσει. Η κυβερνοασφάλεια συνδέεται και με την ψυχική υγεία. Η παραβίαση ενός λογαριασμού, ο διαδικτυακός εκφοβισμός ή μια απάτη μπορούν να προκαλέσουν άγχος, ντροπή και αίσθημα απώλειας ελέγχου.

    Δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όμως κρίνεται ωφέλιμο να τα χρησιμοποιούμε συνειδητά. Για την ψυχική μας υγεία, βοηθά να κλείσουμε τις μη απαραίτητες ειδοποιήσεις, ώστε εμείς να αποφασίζουμε πότε θα ανοίξουμε την εφαρμογή, και να ορίσουμε χρονικά όρια μέσα από τις ρυθμίσεις του κινητού. Αξίζει να παρατηρούμε πώς νιώθουμε μετά την κύλιση και να κάνουμε διάλειμμα όταν νιώθουμε χειρότερα, να αποφεύγουμε το doomscrolling ειδικά πριν τον ύπνο, και να κρατάμε χρόνο χωρίς οθόνες, με ανθρώπους από κοντά.  Όσοι είναι γονείς μπορούν να συζητούν με τα παιδιά τι βλέπουν και πώς νιώθουν, χωρίς τιμωρητική διάθεση, να βάζουν μαζί τους κανόνες για τη χρήση και να δίνουν το παράδειγμα με τη δική τους συμπεριφορά.

     Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά από τη φύση τους, αλλά είναι σχεδιασμένα για να κρατούν την προσοχή μας, όχι απαραίτητα για να μας κάνουν καλό. Η έρευνα δείχνει σύνδεση της έντονης, εθιστικής χρήσης με χειρότερη ψυχική υγεία, ιδίως στους εφήβους, ενώ τα προσωπικά μας δεδομένα εκτίθενται περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Η ευθύνη δεν είναι μόνο ατομική, αφού οι ερευνητές ζητούν πιο ηθικό σχεδιασμό από τις εταιρείες (Mujica et al., 2022) και νέα εργαλεία που θα βοηθούν τον χρήστη να ελέγχει πού πηγαίνει η προσοχή του (Schuster & Lazar, 2025). Μέχρι τότε, η ενημέρωση και μερικές απλές συνήθειες κάνουν μεγάλη διαφορά.

Ειρήνη Ταρασίδου,

Ψυχολόγος,

Emotion- Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων Ημαθίας

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Brand, C., Fochesatto, C. F., Gaya, A. R., Schuch, F. B., & López-Gil, J. F. (2024). Scrolling through adolescence: Unveiling the relationship of the use of social networks and its addictive behavior with psychosocial health. Child and Adolescent Psychiatry and Mental Health, 18, 107. https://doi.org/10.1186/s13034-024-00805-0

Kaya, B. (2025). Pay attention to what your fingers scroll: The roles of doomscrolling and psychological adjustment between adolescents’ problematic social media use and psychological distress. The Journal of Genetic Psychology. Advance online publication. https://doi.org/10.1080/00221325.2025.2584991

Liang, M. (2022). The end of social media? How data attraction model in the algorithmic media reshapes the attention economy. Media, Culture & Society, 44(6), 1110–1131. https://doi.org/10.1177/01634437221077168

Mujica, A. L., Crowell, C. R., Villano, M. A., & Uddin, K. M. (2022). Addiction by design: Some dimensions and challenges of excessive social media use. Medical Research Archives, 10(2). https://doi.org/10.18103/mra.v10i2.2677

Schuster, N., & Lazar, S. (2025). Attention, moral skill, and algorithmic recommendation. Philosophical Studies, 182(1), 159–184. https://doi.org/10.1007/s11098-023-02083-6