Το φαινόμενο του εθελοντισμού είναι ευρέως γνωστό, καθώς πολλοί έχουν υπάρξει εθελοντές ή γνωρίζουν άτομα που συνεισφέρουν εθελοντικά στην κοινότητα. Ο ακριβής ορισμός του εθελοντισμού παραμένει δύσκολος, καθώς το φαινόμενο μεταβάλλεται διαχρονικά ανάλογα με τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες κάθε κοινωνίας.
Σύμφωνα με την NGO Federation (όπως αναφέρεται στη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, 2012),εθελοντισμός είναι η πρόθυμη δέσμευση ενός ατόμου να εργαστεί χωρίς αμοιβή για ένα καθορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα για το γενικό καλό της κοινωνίας. Ο εθελοντισμός διευκολύνει την άσκηση ορισμένων κοινωνικών δικαιωμάτων, ενδυναμώνει τη δημόσια σφαίρα και έρχεται να δώσει μια βιώσιμη και έγκυρη απάντηση σε κοινωνικά προβλήματα. Ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας προτείνει ως ορισμό της εθελοντικής εργασίας «οποιαδήποτε μη αμειβόμενη και μη υποχρεωτική εργασία, που σημαίνει το χρόνο που αφιερώνουν οι άνθρωποι χωρίς πληρωμή σε δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο ενός οργανισμού ή απ’ ευθείας προς άλλους ανθρώπους εκτός του νοικοκυριού τους (ILO, 2011 οπ. αναφ. στη Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, 2012).
Ο εθελοντισμός προσφέρει πολλαπλά ψυχολογικά οφέλη. Σύμφωνα με τη συστηματική ανασκόπηση των Jenkinson et al. (2013), η εθελοντική δράση συνδέεται με αυξημένη ικανοποίηση από τη ζωή, μειωμένο άγχος και κατάθλιψη, καθώς και συνολική βελτίωση της ευημερίας. Οι εθελοντές αποκτούν αίσθηση νοήματος και κοινωνικής αξίας, στοιχεία που ενισχύουν την αυτοεκτίμηση, την ευεξία, την αυτοπεποίθηση και την αίσθηση ολοκλήρωσης. Οι κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται μέσω του εθελοντισμού συμβάλλουν στη μείωση του κινδύνου θνησιμότητας και ενισχύουν την ψυχική ανθεκτικότητα. Επιπλέον, η συμμετοχή σε εθελοντικές δραστηριότητες ενισχύει την υπευθυνότητα, το νόημα στη ζωή, την προσωπική ενδυνάμωση, την υπερηφάνεια και την επίτευξη στόχων. Η εναλλαγή ρόλων και η κοινωνική επαφή αυξάνουν το αίσθημα προσφοράς, ικανοποίησης και ψυχικής ανθεκτικότητας. Ωστόσο, η υπερβολική ενασχόληση με τον εθελοντισμό ενδέχεται να οδηγήσει σε εξουθένωση ή διακοπή της δραστηριότητας, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την ισορροπία στον χρόνο συμμετοχής για τη διατήρηση των ψυχολογικών οφελών (Jenkinson et al., 2013· Nichol etal., 2026).
Η βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι ο εθελοντισμός προσφέρει σημαντικά σωματικά οφέλη, με συχνότερο εύρημα την αύξηση της φυσικής δραστηριότητας. Επιπλέον, αναφέρονται η βελτίωση της αυτοαναφερόμενης υγείας, η διατήρηση της λειτουργικής ανεξαρτησίας, η μείωση της λειτουργικής αναπηρίας, η χαμηλότερη θνησιμότητα, η ενίσχυση της μυϊκής δύναμης και η βελτίωση της ταχύτητας βάδισης (Anderson et al., 2014).
Η κοινωνική διάσταση του εθελοντισμού είναι ιδιαίτερα σημαντική. Σύμφωνα με τους Tierney et al. (2022), η συμμετοχή σε εθελοντικές δράσεις μπορεί να ενταχθεί σε προγράμματα κοινωνικής συνταγογράφησηςμεταξύ ασθενών και επαγγελματιών υγείας, διευκολύνοντας την ανάπτυξη σχέσεων και τη συμμετοχή σε ουσιαστικές δραστηριότητες. Επιπλέον, ο εθελοντισμός ενισχύει το αίσθημα προσφοράς προς την κοινωνία. Η αναγνώριση του δεσμού με το κοινωνικό σύνολο και η αποδοχή της κοινωνικής ευθύνης ενισχύουν μια στάση ζωής που χαρακτηρίζεται από ενδιαφέρον για τον συνάνθρωπο και αφοσίωση σε σκοπούς που προάγουν το κοινό καλό (Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, 2012).
Συνοψίζοντας, ο εθελοντισμός δεν αποτελεί απλώς πράξη προσφοράς. Ο εθελοντής αφιερώνει χρόνο, γνώσεις και ενέργεια, ενώ ταυτόχρονα αποκτά εμπειρίες, αναπτύσσει κοινωνικές σχέσεις και ενισχύει την προσωπική του ανάπτυξη. Η διαδικασία αυτή διαμορφώνει μια αμοιβαία σχέση, καθώς η κοινωνία ωφελείται από την προσφορά και το άτομο απολαμβάνει ψυχολογική και κοινωνική ανταμοιβή.
Βιβλιογραφία
Anderson, N. D., Damianakis, T., Kröger, E., Wagner, L. M., Dawson, D. R., Binns, M. A., Bernstein, S., Caspi, E., Cook, S. L., & The BRAVO Team. (2014). The benefits associated with volunteering among seniors: A critical review and recommendations for future research. Psychological Bulletin, 140(6), 1505–1533. https://doi.org/10.1037/a0037610
Jenkinson, C. E., Dickens, A. P., Jones, K., Thompson-Coon, J., Taylor, R. S., Rogers, M., Bambra, C. L., Lang, I., & Richards, S. H. (2013). Is volunteering a public health intervention? A systematic review and meta-analysis of the health and survival of volunteers. BMC Public Health, 13, 773. https://doi.org/10.1186/1471-2458-13-773
Nichol, B., Wilson, R., Rodrigues, A., & Haighton, C. (2026). Exploring the effects of volunteering on the social, mental, and physical health and well-being of volunteers: An umbrella review. Epidemiology and Psychiatric Sciences. Cambridge University Press.
Tierney, S., Mahtani, K. R., Wong, G., Todd, J., Roberts, N., Akinyemi, O., Howes, S., & Turk, A. (2022). The role of volunteering in supporting well-being: What might this mean for social prescribing? A best-fit framework synthesis of qualitative research.Health & Social Care in the Community, 30(2), e325–e346. https://doi.org/10.1111/hsc.13516
Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς. (2012). Διδάσκοντας τον εθελοντισμό: Ένα εγχειρίδιο για τον καθηγητή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.Ανακτήθηκε από https://www.openbook.gr/didaskontas-ton-ethelontismo/
Άννα Μαρία Καραφυλλίδου
Ψυχολόγος
Κινητή Μονάδα Ψυχικής Υγείας Ενηλίκων Ημαθίας «EMOTION»

